Εκτύπωση


«Πως πέθανε ή πως ήρθε το περιλάλητο τέλος της μάνας μου; Ενώ προσευχόταν, η ψυχή της πέταξε ψηλά στον Θεό»

                                                  *
«Εδώ κάποτε ενώ προσευχόταν τόσο υψώθηκε ο νους της Νόννας, ώσπου και η ψυχή τον ακολούθησε στα ύψη κι ακόμα ότι καθώς προσευχόταν έπεσε νεκρή κοντά στην Τράπεζα. Γράψτε, ευσεβείς, το θαύμα αυτό γι’ αυτούς που  θα έρθουνε»
                                         *
«Εδώ καθώς κάποτε προσευχόταν, είπε ο Θεός στη Νόννα από ψηλά «έλα». Κι αυτή ελευθερώθηκε απ’ το σώμα χαρούμενα. Με το ένα απ’ τα δύο χέρια της κρατούσε την Τράπεζα, με το άλλο προσκυνούσε. Δείξου σπλαχνικός, βασιλιά Χριστέ»
                                        *
«Η πίστη μετέφερε στον ουρανό τον Ενώχ και τον Ηλία. Πρώτη απ’ τις γυναίκες τη μητέρα. Το γνωρίζει η Τράπεζα, απ’ όπου μαζί με τις αναίμακτες προσφορές της πέταξε και το σώμα της, ενώ ακόμα προσευχόταν. Νόννα αγαπημένη»
                                                *
«Είναι η Νόννα του Φιλτάτιου. Που πέθανε; Σε αυτόν εδώ το ναό. Πως; Ενώ προσευχόταν. Σε τι ηλικία; Γερόντισσα. Ω, ευτυχισμένη ζωή, ω άγιος θάνατος!»


[Απ’ το υπό έκδοση έργο "ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ ΑΠΑΝΘΙΜΑ" των Εκδόσεων «ΦΩΤΟΔΟΤΕΣ»]